Ελευθεροτυπία: Η ανάδυση του ψηφιακού βιβλίου


Ένα ενδιαφέρον άρθρο από τη σημερινή Ελευθεροτυπία για τα ηλεκτρονικά βιβλία και την ηλεκτρονική ανάγνωση. Μια αναγκαία διόθωση πάντως: όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν το blog ή το έχουν ψάξει οι ίδιοι τα Kindle του Amazon δεν κυκλοφορεί μόνο στις ΗΠΑ και οι Reader της Sony δεν κυκλοφορούν μόνο σε ΗΠΑ και Βρετανία.

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Το ψηφιακό βιβλίο θα σημάνει, αργά ή γρήγορα (ακόμη και για τη μονίμως βραδυπορούσα Ελλάδα), τη μετάβαση σε μια καινούργια ήπειρο (για να θυμηθώ έναν κάπως πεπαλαιωμένο όρο του Λουί Αλτουσέρ), όπου τα πάντα (κείμενα, συγγραφείς, εκδοτικοί οίκοι, πνευματικά δικαιώματα) θα μπουν σε μια διαδικασία σαρωτικού μετασχηματισμού.

Τι ακριβώς, όμως, είναι το ψηφιακό βιβλίο; Σύμφωνα με έναν αρκετά επίσημο ορισμό, τον ορισμό που δίνει το Λεξικό της Οξφόρδης (διατίθεται στον τόπο της Wikipedia), το ψηφιακό βιβλίο είναι ένα κείμενο όπως όλα τα άλλα, με τη διαφορά ότι βρίσκεται αποθηκευμένο σε ηλεκτρονική μορφή και διαβάζεται μέσω μιας ειδικής συσκευής. Η συσκευή αυτή μπορεί να είναι ασύρματη, όπως το Kindle της Amazon, χωρίς σύνδεση με υπολογιστή (κυκλοφορεί μόνο στις ΗΠΑ), και το Reader της Sony, που συνδέεται με υπολογιστή (κυκλοφορεί στις ΗΠΑ και στη Βρετανία).

Ηλεκτρονική ανάρτηση και πνευματικά δικαιώματα

Η πρόσφατη απόφαση της Google να ψηφιακοποιήσει εκατομμύρια τίτλους βιβλίων (τίτλους τους οποίους αντλεί από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της υδρογείου κατόπιν ειδικής συμφωνίας), κινητοποίησε συγγραφείς και εκδότες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αμέτρητα τα ερωτήματα και, κυρίως, τα προβλήματα. Αντλώ στοιχεία από πρόσφατα ρεπορτάζ της «Ελευθεροτυπίας». Ποια βιβλία θα μπορούν να «κατεβάζουν» από το Διαδίκτυο οι αναγνωστικές συσκευές; Οσα είναι κλασικά και δεν έχουν δικαιώματα ή και άλλα, που μπορεί να μην κυκλοφορούν στην αγορά, αλλά δεν παύουν να έχουν δικαιώματα; Και τι θα συμβεί στο μέλλον με τα φρεσκοτυπωμένα βιβλία; Θα μπορούν να αναρτηθούν στο Διαδίκτυο με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα, αλλά χωρίς άδεια του εκδότη (τα λεφτά θα πηγαίνουν τότε μόνο στον συγγραφέα), ή θα απαγορεύεται η ηλεκτρονική τους ανάρτηση από τον συγγραφέα και τον εκδότη, με τον κίνδυνο να αναρτηθούν παρανόμως και να εκτεθούν σε ανεξέλεγκτες παραποιήσεις, που θα είναι σκέτη καταστροφή και για τον συγγραφέα και για τον εκδότη;

Και πόσες πιθανότητες επιτυχίας θα έχει μια μέση οδός, με την παροχή ενός βαθμού προστασίας σε όλες τις πλευρές; Κι ακόμη, τι ρόλο θα παίξουν οι ατζέντηδες σε αυτή την τεράστια ανακατανομή θέσεων και δυνατοτήτων; Πώς θα ισορροπήσουν ανάμεσα στους συγγραφείς, τους εκδότες και στην Google και πώς θα βγει άκρη με μια μεσολάβηση που κάποια στιγμή θα καταλήξει απείρως περίπλοκη και απρόβλεπτη για τους πάντες;

Εν τω μεταξύ, για να έρθουμε στα δικά μας, οι Ελληνες εκδότες ρίχνουν κιόλας στην αγορά τα ψηφιακά τους προϊόντα, που σε καιρό κρίσης ίσως αποδειχθούν ικανά να υπερκεράσουν τα οικονομικά εμπόδια του χαρτιού και της διανομής, κατεβάζοντας το κόστος της παραγωγής και της πώλησης. Ως προς τις αναγνωστικές συσκευές, θα πρέπει να πω πως στις αρχές του καλοκαιριού βρήκα σε κεντρικό αθηναϊκό βιβλιοπωλείο την ολλανδική συσκευή Be book, με ιδιαιτέρως φιλική οθόνη (καμιά σχέση με την οθόνη του υπολογιστή), που προσπαθεί να μην παραβιάσει τις πολύχρονες οπτικές συνήθειες του παραδοσιακού αναγνώστη.

Και επειδή απέναντι στο βιβλίο είμαστε ακόμη όλοι παραδοσιακοί αναγνώστες, ανεξαρτήτως ηλικίας και γενιάς, οι γκρίνιες, οι φόβοι, αλλά και οι εσχατολογίες δεν λείπουν. Πολλοί μιλούν για την κατάργηση της ανάγνωσης ως ιεροτελεστίας: η επιλογή του τίτλου από τα ράφια του βιβλιοπωλείου ή της βιβλιοθήκης, το αργό και αμέριμνο ξεφύλλισμα, ο σελιδοδείκτης και ο σελιδοκόπτης, η επαφή με την υφή και τη μυρωδιά του χαρτιού, όλη με δυο λόγια η χειρωνακτική κουλτούρα του Γουτεμβέργιου, μαζί με την αισθησιακή και την ηδονική της βάση, θα πάει οσονούπω περίπατο, κυριαρχημένη από το απόλυτα ομογενοποιημένο πεδίο των bites (ό,τι η ψυχανάλυση του Friedrich Kittler ονομάζει «τεχνική της πληροφορίας»).

Μια πορεία χωρίς επιστροφή

Ολα αυτά μπορεί να είναι σωστά, αλλά και ο Ουμπέρτο Εκο, δεινός ιστορικός και σχολιαστής των βιβλιακών φαινομένων, έχει δίκιο όταν θυμώνει με το κύμα διαμαρτυρίας που ξεσηκώνει το ψηφιακό βιβλίο.

Ολοι μιλούν και γράφουν εναντίον του ψηφιακού βιβλίου, λέει ο Εκο, χωρίς κανένας στην πραγματικότητα να ξέρει ή να είναι σε θέση να φανταστεί τι όντως εστί ψηφιακό βιβλίο.

Μπορεί το τέλος του τυπωμένου βιβλίου να μην έρθει εν τέλει ποτέ ή να αργήσει υπερβολικά (το e-book είναι γνωστό από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, αλλά μπήκε στο κέντρο της συζήτησης μόνο μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο πεδίο των αναγνωστικών συσκευών), η ηλεκτρονική πραγματικότητα, ωστόσο, αποτελεί αδήριτο γεγονός και η ανάπτυξη του ψηφιακού βιβλίου είναι μια πορεία χωρίς επιστροφή.

Εκείνο, άλλωστε, το οποίο πρόκειται να χαθεί, αν χαθεί στ’ αλήθεια, δεν είναι η ανάγνωση, αλλά ένα εξαιρετικά μακρόβιο μέσον της, η τυπογραφία, το οποίο έχοντας περάσει εδώ και χρόνια από τη στοιχειοθεσία και τη φωτοσύνθεση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ετοιμάζεται τώρα να παραχωρήσει τη θέση του στο ψηφιακό σύμπαν, που με τις ασύλληπτες ικανότητές του για αποθήκευση και συμπύκνωση θα ξαναμοιράσει τα χαρτιά σε όλα τα επίπεδα (από τη μελέτη και την έρευνα μέχρι την απόλαυση της ανάγνωσης), απελευθερώνοντας ριζικά νέες δυνάμεις και ανοίγοντας, παρά το πλήθος των δυσκολιών, πρωτόφαντες προοπτικές. *

Το ποντίκι, το «αργό διάβασμα» και το e-book

Το «αργό διάβασμα» είναι ένας σχετικά νέος ακτιβισμός, που θέλει να αποσπάσει τον χρήστη του υπολογιστή από την αλόγιστη ταχύτητα, την τυχαία επιλογή και την αποσπασματική κατανάλωση του πληροφοριακού υλικού με το οποίο έρχεται σε επαφή μέσα από το αλόγιστο σερφάρισμα, μετατρέποντάς τον σε ψαγμένο και πραγματικά ενημερωμένο αναγνώστη.

Οπως το κίνημα του «slow food» επιδιώκει να ανατρέψει την ισοπεδωτική λογική της μαζικής και άγευστης εστίασης, βάζοντας μπροστά μας πιάτα που απαιτούν την ενεργό προσοχή και την προσωπική συμμετοχή μας, έτσι και το κίνημα του «αργού διαβάσματος» ζητάει άγρυπνους αναγνώστες, πρόθυμους να αναμετρηθούν με τα κείμενα τα οποία έχουν προ οφθαλμών και ικανούς να πιάσουν μεγέθη απαγορευτικά για το συνεχές κλικ του ποντικιού.

Το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν αποκλείεται να αποδειχθεί πολύτιμος αρωγός προς μια τέτοια κατεύθυνση. Μεταφέροντας τους νέους σε μια περιοχή με την οποία νιώθουν απολύτως εξοικειωμένοι (την ηλεκτρονική οθόνη και τα πλήκτρα της), παίζοντας, για να το πω διαφορετικά, με τους εντελώς δικούς τους όρους, μπορεί να τους εθίσει (με τη συνδρομή των υποστηρικτών του «αργού διαβάσματος») στο ζητούμενο της αναγνωστικής επιβράδυνσης και να εξασφαλίσει την ανταπόκρισή τους στα κείμενα, χωρίς να τους αναγκάσει να υποστούν το κρύο ντους της ξαφνικής μεταπήδησης από την υπερκινητικότητα του ψηφιακού χώρου στην ακινησία της τυπωμένης σελίδας.

Η δεδομένη ευκολία του αστραπιαίου εντοπισμού λέξεων, θεμάτων και ονομάτων μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως πολύτιμο εργαλείο στα χέρια νεότερων και παλαιότερων, προκειμένου να τους οδηγήσει σε κάτι το οποίο αρκετοί διατείνονται πως έχει εκλείψει οριστικά από την εποχή μας: στα μικρά και τα μεγάλα μυστικά (στα κρυφά και ανεκδήλωτα μηνύματα) του κειμένου. Κι εκείνο το οποίο υπερισχύει σ’ έναν τέτοιο ορίζοντα δεν είναι, πιστεύω, η τυφλή αισιοδοξία, αλλά ο λογικός υπολογισμός των πιθανοτήτων και ο πραγματισμός.