Ο Γιώργος Δαρδανός για το “Έντυπο και ηλεκτρονικό βιβλίο”

Ο Γιώργος Δαρδανός, με συμβολή περισσότερο από μισό αιώνα στα εκδοτικά πράγματα στην Ελλάδα και ιδρυτής των Εκδόσεων Gutenberg, επιμελήθηκε το 2010 το βιβλίο “Σελίδες στην Οθόνη ή σε Χαρτί. Το μέλλον της ανάγνωσης“. Με αφορμή τη σχετική συζήτηση που έγινε φέτος πριν λίγες μέρες στην 8η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, δημοσίευσε σήμερα στην εφημερίδα Αυγή το κείμενο που ακολουθεί για το “έντυπο και ηλεκτρονικό βιβλίο”, εκτενές απόσπασμα από την ομιλία του στη Θεσσαλονίκη Παρόλο που θα είχα αρκετές σκέψεις και επισημάνσεις για όσα γράφει, που δε θα τις διατύπωνα πριν διαβάσετε το κείμενό του, το άρθρο είναι σημαντικό για το διάλογο που αναπτύσσεται στην Ελλάδα γύρω από το ηλεκτρονικό βιβλίο.

*****

του Γιώργου Δαρδανού*
Η Αυγή, 22/5/2011

Πολλές συζητήσεις έχει επίσης προκαλέσει το ζήτημα του ηλεκτρονικού βιβλίου και η μελλοντική πορεία του σε σχέση με το παραδοσιακό επί χάρτου βιβλίο. Ο Ουμπέρτο Έκο σε τοποθέτησή του για αυτό το ζήτημα κάνει ένα πολύ πετυχημένο διαχωρισμό: “Υπάρχουν δύο τύποι βιβλίων, εκείνα που πρέπει να τα συμβουλευόμαστε και εκείνα που πρέπει να τα διαβάζουμε. Για τα πρώτα, το αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο τηλεφωνικός κατάλογος, αλλά φτάνουμε μέχρι τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες. Αυτά θα μπορούν να αντικατασταθούν από δίσκους πολυμέσων, έτσι θα απελευθερωθεί χώρος στο σπίτι και στις δημόσιες βιβλιοθήκες για τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε (που φτάνουν από τη Θεία Κωμωδία ως το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα). Τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανένα περίεργο ηλεκτρονικό κατασκεύασμα. Έχουν φτιαχτεί για να τα παίρνουμε στα χέρια μας, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα στο πλήθος, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη και όπου και όταν οποιαδήποτε μπαταρία έχει αποφορτιστεί, μπορούμε να τα υπογραμμίζουμε, μας επιτρέπουν να διπλώνουμε τις γωνίες των σελίδων τους ή να βάζουμε σελιδοδείκτες, μπορούμε να τα αφήσουμε να πέσουν στη γη ή να τα εγκαταλείψουμε ανοιχτά πάνω στο στήθος ή τα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνουν στην τσέπη, φθείρονται.”

Κάποιοι, ωστόσο, προαναγγέλλουν το θάνατο του έντυπου βιβλίου. Οι τελευταίοι αιώνες, άλλωστε, ήταν γεμάτοι από ψευδή αγγελτήρια θανάτου. Όταν εφευρέθηκε η φωτογραφία, αναγγέλθηκε ο θάνατος της ζωγραφικής. Μετά τον κινηματογράφο ήρθε ο θάνατος του θεάτρου, μετά την τηλεόραση εκείνος του κινηματογράφου. Τελικά δεν πέθανε τίποτα – όλα επιβιώνουν παράλληλα, και μάλιστα προοδεύουν και καινοτομούν. Το ίδιο θα γίνει και με το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή. Έχουμε τη μανία να καταστρέφουμε το παλιό στο όνομα του καινούργιου: αντί να χτίσουμε τις πολυκατοικίες παραδίπλα, όπως έκανε όλη η Ευρώπη, ανατολική και δυτική, εμείς διά της αντιπαροχής γκρεμίσαμε τα διατηρητέα και δη αγαλλιώντες· και πάλι τώρα, για να εγκαθιδρύσουμε τα e-books θεωρούμε αναγκαίο να κατεδαφίσουμε το έντυπο βιβλίο. Γενικότερα η ιστορία έχει αποδείξει ότι έχουμε τη μανία να καταστρέφουμε το παλιό στο όνομα του καινούργιου. Αυτό όμως που μπορεί να σώσει το βιβλίο, όπως έσωσε και τον κινηματογράφο και το θέατρο, είναι μόνο η ποιότητα. Αυτή την ποιότητα έχουμε την ευθύνη και την επιλογή να διαφυλάξουμε.

Σύμφωνα με έρευνα του Υπουργείου Παιδείας το 81,5% των φοιτητών προτιμούν το έντυπο βιβλίο σε σχέση με το ηλεκτρονικό. Η άποψή μου είναι ότι είναι ότι το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερο, καθώς διατηρώ επιφυλακτική θέση απέναντι σε αυτές τις κατευθυνόμενες έρευνες που διενεργούνται κατά καιρούς. Σύμφωνα με το Εθνικό Παρατηρητήριο για το ψηφιακό βιβλίο στη Μεγάλη Βρετανία οι φοιτητές συμβουλεύονται την ηλεκτρονική έκδοση, αλλά διαβάζουν από την επί χάρτου. Πεποίθησή μου είναι ότι το ηλεκτρονικό και το έντυπο βιβλίο θα έχουν παράλληλη χρήση και εξέλιξη.

Πάντα όμως υπάρχουν οι τεχνολάγνοι και οι παλαιόπληκτοι. Υπάρχουν πάντα αυτοί που δαιμονοποιούν την εξέλιξη, λες και δεν βλέπουν τις σαρωτικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας, και από την άλλη αυτοί που βιάζονται και τη θεοποιούν. Και οι δύο θέσεις είναι ακραίες. Διαπιστώνω όμως μετά λύπης, ότι η ομάδα τεχνοκρατών που έχει σήμερα την εξουσία στο Υπουργείο Παιδείας έχει απολύτως ακραία θέση την οποία υποστηρίζει δυστυχώς και το περιβάλλον του Πρωθυπουργού.

Όπως διαβάσαμε στο Βήμα online στις 24 Ιανουαρίου 2011 έγινε εξάωρη μυστική σύσκεψη στο Μαξίμου για τη μετάβαση στην ψηφιακή εκπαίδευση. Ανάμεσα σε όσους παρεβρέθηκαν δεν υπήρχε ούτε ένας παιδαγωγός. Είναι περίεργο να διαβάζει κανείς ότι οι αμερικανοί προσκεκλημένοι δήλωσαν ότι είμαστε η πρώτη χώρα -πάνω και από τις ΗΠΑ- που σχεδιάζει να εφαρμόσει την πολιτική της ψηφιακής εποχής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και να εισαγάγει ως και “ψηφιακά βιβλία” στα ελληνικά σχολεία.

Στις μέρες μας βέβαια η “νέα” παιδαγωγική ορίζει με διαφορετικό τρόπο τη μάθηση και την εκπαίδευση. Κάποιοι καινοτόμοι μηχανικοί ομολογούν ότι η απομνημόνευση είναι χάσιμο χρόνου, αφού η Google είναι ένα κλικ μακριά μας. “δεν χρειάζεται” λένε “πια να μαθαίνεις”. Η γνώση υπάρχει στο ίντερνετ. Μόνο που αυτή δεν είναι “γνώση”, είναι χύμα πληροφορίες με αμφίβολη επιστημονική τεκμηρίωση. Ακόμα και στην Αμερική, που είναι μία πολύ πιο εξελιγμένη τεχνολογικά χώρα και με ανάλογη κουλτούρα απέναντι στις καινοτομίες της τεχνολογίας, το 74% των φοιτητών δήλωσαν σε έρευνα πώς αν μπορούσαν να επιλέξουν οι ίδιοι μεταξύ ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου, θα επέλεγαν την έντυπη μορφή. Στη Γαλλία, το ποσοστό όσων χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά βιβλία δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 2015 το 15%-20%. Κάποιες έρευνες ωστόσο παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση στα ποσοστά εκείνων που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά βιβλία και ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης. Τα ποσοστά αυτά, βέβαια, και η εικόνα που κάποιες εταιρείες -για τους δικούς τους λόγους- αλλά και ορισμένα παπαγαλάκια θέλουν να παρουσιάσουν, μου θυμίζουν τον Απόστολο Νταή, παλιό δάσκαλο στην Άνδρο και ψηφοφόρο της αριστεράς, που, όταν τον συναντούσα μετά τις εκλογές, στο ερώτημα “Πώς πήγατε, δάσκαλε;”, “πολύ καλά, Γιώργη”, μου απαντούσε, “να σκεφτείς ότι είχαμε αύξηση 100%, ήμασταν 4 και γίναμε 8”.

Άσχετα από το αν η χώρα μας μπορεί και αν είναι έτοιμη ή όχι να δεχτεί τις νέες τεχνολογίες και την ψηφιοποίηση στην εκπαίδευση, το βέβαιο είναι ότι οι δάσκαλοι και οι μαθητές εισέρχονται ανέτοιμοι στο διαδικτυακό πεδίο και είναι ευθύνη της Πολιτείας να προετοιμάσει τις όποιες αλλαγές με σωστά κριτήρια και με μοναδικό γνώμονα τη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και του πολιτισμού στη χώρα μας. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι υπάρχουν και άλλες πτυχές της εκπαίδευσης στη χώρα μας που δυστυχώς αφέθηκαν στην τύχη τους. Αναφέρομαι, ασφαλώς, στο ζήτημα των σχολικών βιβλιοθηκών. Τα τελευταία χρόνια όμως, όπου δόθηκαν χρήματα για να γίνουν βιβλιοθήκες, έγιναν∙ αλλά δεν εμπλουτίστηκαν με νέες εκδόσεις, δεν άνοιξαν την πόρτα τους στις τοπικές κοινωνίες∙ απολύθηκαν οι βιβλιοθηκονόμοι και τα βιβλία παρέμειναν κλειδωμένα-φυλακισμένα σε κάποιες αίθουσες μαζί με σπασμένα θρανία και παλαιάς τεχνολογίας υπολογιστές. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία θεσμοθετημένη βιβλιοθήκη στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα εβδομήντα εκατομμύρια που υπήρχαν αρχικά για τη δεύτερη φάση του προγράμματος, μόνο το ένα δέκατο χρησιμοποιήθηκε τελικά για τις βιβλιοθήκες. Τέτοια ήταν η αμέλεια των κυβερνήσεων. Ένα ακόμα παράδειγμα, η διανομή φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών από την προηγούμενη κυβέρνηση -με μεγάλα κέρδη για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις- στους μαθητές Α’ γυμνασίου που τελικά χρησιμοποιούνται μόνο για ηλεκτρονικά παιχνίδια και ανταλλαγή μηνυμάτων.

Και κανένας δεν θα ξαφνιαστεί, αν η Βουλή των Ελλήνων ξανακληθεί κάποια μέρα ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ να αθωώσει κάποιους που είχαν εμπλακεί στα σκάνδαλα αυτά. Η έλλειψη βιβλιοθηκών είναι ίσως βασική πτυχή, αιτία και αποτέλεσμα της ανάπηρης παιδείας και του πολιτισμού στον τόπο μας.

Το μόνο που θα ήθελα να πω τελειώνοντας είναι ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι σαν το σφυρί του Φειδία. Στα χέρια του αποτέλεσε ένα μοναδικό εργαλείο δημιουργίας, στα χέρια κάποιου άλλου μπορεί να γίνει φονικό όπλο. Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, να αποφασίσουμε ποια θα είναι η χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου και ποιες αλλαγές θα επιφέρει -προς το καλύτερο, ελπίζω- στην εκπαιδευτική διαδικασία και στη σχέση μας με την ανάγνωση.

*Ο Γιώργος Δαρδανός είναι επίτιμος πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκδοτών Βιβλιοπωλών